Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ξυλάνηθον
ξυλάνηθον, dill
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ξυγγνώμων
ξύγγνωστος
ξυγγογγυλίζω
ξύγγραμμα
ξυγγραφεύς
ξυγγραφή
ξυγκαθεύδω
ξυγκαθίζω
ξυγκαθίστημι
ξυγκαταδαρθάνω
ξυγκαταδιώκω
ξυγκαταλείπω
ξυγκάω
ξύγκειμαι
ξυγκεράννυμι
ξύγκλεισις
ξυγκοινόομαι
ξυγκολλάω
ξυγκόπτω
ξύγκρασις
ξυγχέω
ξυζανει
ξυήλη
ξυηρός
ξυλάβιον
ξυλαλόη
ξυλαμάω
ξυλαμή
ξυλάμησις
ξυλαμητής
ξυλάνηθον
ξυλάριον
ξυλάφιον
ξυλεία
ξυλεύομαι
ξυλεύς
ξυλεύω
ξυληβόρος
ξυληγέω
ξυληγία
ξυληγός
ξυλήριον
ξυληρός
ξυληφθόρος
ξυλήφιον
ξυλία
ξυλίζομαι
ξυλικός
ξύλινος
ξύλιον
ξυλισμός
ξυλιστής
ξυλίτης
ξυλίφιον
ξυλλ
ξυλλ-
ξυλλαγχάνω
ξυλλαμβάνω
ξυλλείομαι
ξύλληψις
ξυλλογίζω
…
ξυλάνηθον
Save
ξυλάνηθον, dill
LSJ
ξῠλ-άνηθον [ᾰ], τό,
a kind of
dill,
Gal.
14.732.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}