ξυλεύς
ξυλεύς, woodcutter
ξῠλ-εύς, έως, ὁ,
- woodcutter, of a sacrificial attendant, SIG 1021.31 (Olympia, i B. C.), Paus. 5.13.2, 5.15.10, Hsch.
ξυλεύς, έως (ὁ) [ῠ] qui ramasse du bois, bûcheron, Paus. 5, 12, 2 et 3.
Étym. ξύλον.
ξυλεύς, ὁ, Holzsammler, Paus. 5.13 ; bei Hesych. ὁ ξύλα παρέχων δοῦλος.