ξυληγός
ξυληγός, carrying wood
ξῠλ-ηγός, όν, (ἄγω)
- for carrying wood, σκάφη BGU 1157.8 (i B. C.), cf. Poll. 7.130.
ξυληγός, Holz führend, tragend, Poll. 7.130.
ξυληγός
ξῠλ-ηγός, όν
ἄγω
- carrying wood.