ξυλεύω
ξυλεύω, cut wood
ξῠλ-εύω,
- cut wood, SIG 685.82 (Crete, ii B. C.), IPE 12.403 B (Chersonesus, iii/ii B. C.):—Med., δρυὸς πεσούσης πᾶς ἀνὴρ ξυλεύεται Men. Mon. 123, cf. Hsch.; cf. ξυλλείομαι.