ξυστροφύλαξ
ξυστροφύλαξ, place
ξυστρο-φύλαξ [φῠ], ᾰκος, ὁ,
- place or box for keeping ξῦστραι in, Artem. 1.64.
ξυστρο·φύλαξ, ακος (ὁ) [ῠᾰκ] boîte pour l’étrille ou racloir du bain, Artém. 1, 66.
Étym. ξῦστρον, φύλαξ.
ξυστροφύλαξ, ακος, ὁ, Behältnis für die ξύστρα, Artemid. 1.66.