ξυστροποιός
ξυστροποιός, making
ξυστρο-ποιός, όν,
- making ξῦστραι, Gloss.; perh. to be read in Dexipp. in Cat. 12.7.
ξυστροποιός, der ξύστρας macht.
ξυστροποιός, making