οἰκειωματικός
οἰκειωματικός, possessive
οἰκει-ωματικός, ή, όν, Gramm.,
- possessive, of Adjs. such as οὐράνιος, EM 30.6.
οἰκειωματικός, die Verwandtschaft betreffend.
οἰκειωματικός, possessive