οἰκέω
οἰκέω, οἰκέω, inhabit, settle; manage (a house or a government); dwell, live
- A trans., inhabit, ὑπωρείας ᾤκεον πολυπίδακος Ἴδης Il. 20.218 (elsewh. in Hom. always intr., v. infr. B); οἰ. τοῦτον τὸν χῶρον Hdt. 1.1, cf. 175, etc.; οἰ. δόμους A. Supp. 961; ἄντρον Id. Eu. 194: metaph., οἰ. αἰῶνα καὶ μοῖραν have, enjoy, E. l.c.:—Pass., to be inhabited, οἰκέοιτο πόλις Πριάμοιο Il. 4.18; ἐς γῆν . . οἰκουμένην S. Ph. 221; διὰ τῆς οἰκεομένης through the inhabited country, Hdt. 2.32; ὁδοιπόρεον ἐς τὴν οἰκεομένην Id. 4.110; τὰς ἄλλας πόλιας οἰκεομένας μηδὲν ἧσσον although inhabited no less than before, Id. 1.170: for ἡ οἰκουμένη, v. sub voce.
- 2 colonize, settle in, τὰς πλείστας τῶν νήσων Th. 1.8, cf. 2.27, etc.; πόλιν prob. in E. Fr. 360.11; νῆσον οἰκῆσαι, i.e. to be deported, POxy. 1101.24 (iv A. D.): in pf. Pass., to be settled in, occupy, τοῖσι τὰς νήσους οἰκημένοισι Ἴωσι Hdt. 1.27; αἱ δύο [πόλιες] νήσους οἰκέαται ib. 142 (cf. infr. 3).
- 3 in Pass., to be settled, of men or tribes to whom new abodes are assigned, τριχθὰ ᾤκηθεν καταφυλαδόν Il. 2.668: Ion. pf. Pass. οἴκημαι, as pres., οἱ ἐν τῇ ἠπείρῳ οἰκημένοι Ἕλληνες those who have been settled, i.e. those who dwell . ., Hdt. 1.27; οἱ ἐντὸς Ἅλυος ποταμοῦ οἰ. ib. 28, cf. 8.115; also of cities, to be situated, lie, παρʼ ὃν [ποταμὸν] Νίνος πόλις οἴκητο Id. 1.193.
- II manage, direct a household or a state, S. OC 1535 (dub. sens.), E. El. 386, Th. 3.37; οἴκει τὴν πόλιν ὁμοίως ὥσπερ τὸν πατρῷον οἶκον Isoc. 2.19: metaph., μὴ τὸν ἐμὸν οἴκει νοῦν donʼt manage . ., E. Fr. 144:— Pass., εὖ οἰκούμεναι πόλεις well governed, Id. Hipp. 486; μετρίως, ὀρθῶς, ἄριστα οἰ., Pl. Lg. 936b, R. 371c, 520d, etc.; πατρίδος τετυχηκὼς ἣ νόμοις . . μάλιστα οἰκεῖσθαι δοκεῖ D. 21.150: fut. οἰκήσεται in pass. sense, καθʼ ὅτι ἄριστα ἡ πόλις οἰκήσεται Th. 8.67, cf. Pl. La. 185a, Aeschin. 1.22, D. 58.62, Arist. Pol. 1284b38.
- B intr., dwell, live, of persons, families, or tribes, have their abodes, settlements, in Hom. and Hdt. generally with ἐν . ., ᾤκεον δʼ ἐν Πλευρῶνι Il. 14.116, cf. Od. 9.200, 400; οἴκεε ἐν Πίνδῳ Hdt. 1.56, cf. A. Ag. 1234, Ar. Av. 967 (Orac.), Antipho 5.78; esp. of metics, ἐγ Κολλυτῷ οἰκοῦντι IG 1(2).373.60, al.; κατὰ στέγας E. Ion 314; ὑπὸ χθονός Id. Fr. 450: after Hom. with dat. (loc.) alone, Σαλαμῖνι IG 1(2).1.2 (vi B. C.); οὐρανῷ Pi. N. 10.58; ναοῖσι E. Ion 314; ἐλθόνθʼ ἁγνὸν ἐς Θήβης πέδον οἰ. Eub. 10; παρὰ κρημνοῖσιν Pi. P. 3.34; παρὰ ὄχθον E. IT 1098 (lyr.); οἰ. μετά τινος, = συνοικεῖν τινι, S. OT 414, 990; κέρδη μὲν οἰκήσαντα . . having fixed my dwelling [there] with gain to my hosts, Id. OC 92; τὸ τὴν φροντίδʼ ἔξω τῶν κακῶν οἰκεῖν γλυκύ sweet it is for the mind to keep free from cares, Id. OT 1390; ἐπὶ προστάτου οἰ. (v. προστάτης) Lys. 31.9.
- II of cities, to be situated, Hdt. 2.166, X. HG 7.1.3, 7.5.5; but τὴν πόλιν σποράδην καὶ κατὰ κώμας οἰκοῦσαν formed of detached villages, Isoc. 10.35, cf. 4.39 (so in Pass., X. An. 1.4.1).
- 2 to be governed or administered, τίς τῶν πόλεων διὰ σὲ βέλτιον ᾤκησεν; Pl. R. 599d, cf. 462d, 472e, 473a, 543a, al.: freq. hardly distinguishable from the Pass. (supr. A. II); σωφρόνως γε οἰκοῦσα [πόλις] εὖ ἂν οἰκοῖτο a state administered by self-control would be well governed, Id. Chrm. 162a; ἀρετῆς, ᾗ πόλεις τε καὶ οἶκοι εὖ οἰκοῦσι X. Mem. 1.2.64; εἰς ὀλίγους, εἰς πλείους οἰκεῖν, to be governed in the interest of the few or the many, Th. 2.37.
1. van pers.
a. bewonen; met acc.:
b. wonen, met prep. bep. of adv.:
c. besturen, beheren:
2. van steden en streken
a. gelegen zijn op, met acc., perf. med.:
b. bestuurd worden (vgl. 1c):
2) trans., bewohnen ; ὑπωρείας ᾤκεον Ἴδης, Il. 20.218 ; pass., οἰκέοιτο πόλις, 4.18 ; auch von Menschen, angesiedelt werden, τριχθὰ δʼ ᾤκηθεν καταφυλαδόν, 2.668 (dah. ᾤκησεν εἰς Θήβας, Schol. Eur. Phoen. 1116, hinziehen ; vgl. Luc. Asin. 1); πόλιν οἰκεῖ, Pind. N. 7.9 ; Ἀλφεόν, Ol. 6.34 ; ἕδος, I. 1.31, öfter ; ἐν Ἄργει δώματʼ οἰκήσει πατρός, Aesch. Eum. 624 ; Suppl. 989 ; pass., ἀκτὴ οἰκουμένη, Soph. Phil. 2, γῆν οὔτʼ εὔορμον, οὔτʼ οἰκουμένην, 221 ; häufig bei Eur., χθόνα, ἑστίαν, δόμους u. ä., auch pass., εὖ οἰκουμένας πόλεις, Hipp. 486, auch ποῦ τοὺς Φρύγας λέγουσιν ᾠκῆσθαι, I.A. 662, wie οὗ φασι Κενταύρειον οἰκεῖσθαι γένος, I.A. 706, sich ansiedelten ; so braucht Her. bes. das perf. οἴκημαι, ἐν τῇ ἠπείρῳ 1.27, vgl. 5.73, 8.115, auch mit dem accus., wie das act., τὰς νήσους, bewohnen, 1.127 ; komisch sagt Ar. Ran. 105 μὴ τὸν ἐμὸν οἴκει νοῦν· ἔχεις γὰρ οἰκίαν, nimm meinen Geist nicht ein ; οἴκεε γῆν Her. 1.56, τούτους τοὺς χώρους οἴκησαν 6.33 ; ἔδοσαν Θυρέαν οἰκεῖν, Thuc. 2.27 ; Plat. u. A.; – οἰκεῖσθαι auch allgemeiner, = gelegen sein, πόλις ἐπὶ τῇ θαλάττῃ οἰκουμένη, eigentl. die am Meere bewohnt wird, Xen. An. 1.4.1, vgl. Krüger zu 5.4.15 ; οἰκεῖται ἡ πόλις ἐπί τινος χερρονήσου, Pol. 4.56.5 ; ἡ οἰκουμένη, überh. die bewohnte Erde, ist oft im engeren Sinne die von den Griechen bewohnte, im Ggstz der Barbarenländer, und später unter den Römern der orbis Romanus.
3) verwalten, einrichten ; ἄμεινον τὰς πόλεις, Thuc. 3.37, der auch vrbdt διὰ τὸ μὴ εἰς ὀλίγους, ἀλλʼ εἰς πλείονας οἰκεῖν δημοκρατία κέκληται, 2.37 (v.l. ἥκειν), d.i. weil die Regierung nicht in den Händen Weniger, sondern des Volkes ist (vgl. unter li ; καθʼ ὅτι ἄριστα ἡ πόλις οἰκήσεται, 8.67, für οἰκηθήσεται, wie Plat. Lach. 185a ; Aesch. 1.22 ; Dem. 58.62 u. A.; τὴν οἰκίαν εὖ οἰκεῖν, Plat. Men. 71e ; διʼ ὧν πόλις ἄριστα οἰκεῖται, Legg. IV.713b, öfter ; Xen. Cyr. 8.1.4 u. öfter, u. Folgde.
[οἶκος.]
- 1
To live, dwell, abide, have one’s home : οἴκεον ἐν πλευρῶνι Il. 14.116. Cf. Od. 6.204, Od. 9.200, 400.
- 2
To live in, dwell in, inhabit : ὑπωρείας ᾤκεον Ἴδης Il. 20.218.
In pass., of a city, to be a habitation, continue in being, stand : οἰκέοιτο πόλις Πριάμοιο Il. 4.18.
- 3
In aor. pass. in mid. sense, of a people, to settle, organize or dispose themselves : τριχθὰ ᾤκηθεν καταφυλαδόν Il. 2.668.
- 1
- 1dwell (in) abs., c. acc., c. dat., c. prep. λάχε τʼ Ἀλφεὸν οἰκεῖν O. 6.34 ἐπεὶ παρὰ Βοιβιάδος κρημνοῖσιν ᾤκει παρθένος P. 3.34 νιν πολυμήλου καὶ πολυκαρποτάτας θῆκε δέσποιναν χθονὸς ῥίζαν ἀπείρου τρίταν εὐήρατον θάλλοισαν οἰκεῖν P. 9.8 πόνων δὲ καὶ μαχᾶν ἄτερ οἰκέοισι P. 10.43 τὸ μὲν παρʼ ἆμαρ ἕδραισι Θεράπνας, τὸ δʼ οἰκέοντας ἔνδον Ὀλύμπου P. 11.64 χώρας Μυρμιδόνες ἵνα πρότεροι ᾤκησαν N. 3.14 πόλιν γὰρ φιλόμολπον οἰκεῖ δορικτύπων Αἰακιδᾶν N. 7.9 οὐ μέμψεταί μʼ ἀνήρ, Ἰονίας ὑπὲρ ἁλὸς οἰκέων N. 7.65 ἐπεὶ τοῦτον, ἢ πάμπαν θεὸς ἔμμεναι οἰκεῖν τʼ οὐρανῷ, εἵλετʼ αἰῶνα Πολυδεύκης N. 10.58 [<οἰκεῖν> supp. Benedictus N. 10.84] Τυνδαρίδας δʼ ἐν Ἀχαιοῖς ὑψίπεδον Θεράπνας οἰκέων ἕδος I. 1.31 ὁ κινητὴρ δὲ γᾶς Ὀγχηστὸν οἰκέων I. 4.19 σφιν Ἀπόλλων δῶκεν ὁ χρυσοκόμας Ἀστερίας δέμας οἰκεῖν Pae. 5.42 ἡροίαις δὲ πομπαῖς θεμισκόπον οἰκεῖν ἐόντα πολυθύτοις of Neoptolemos, buried in the Pythian sanctuary N. 7.47
Strong 3611
(a) trans., to inhabit: c. acc., I Ti 6:16;
(b) intrans., to dwell: seq. μετά (of married life), I Co 7:12, 13; metaph., seq. ἐν: ἀγαθόν, Ro 7:18; ἁμαρτία, Ro 7:20; πνεῦμα θεοῦ, Ro 8:9, 11, I Co 3:16 (cf. ἐν-, κατ-, ἒν-κατ-, παρ-, περι-, συν-οικέω).†
- Atrans. to inhabit, occupy, Il., Hdt., Attic:—Pass. to be inhabited, Il., Hdt., etc.; cf. οἰκουμένη.
- 2Pass. to be settled, of those to whom new abodes are assigned, Il.; οἱ ἐν τῆι ἠπείρωι οἰκημένοι those who have been settled, i. e. those who dwell on the mainland, Hdt.; of cities, to be situate, to lie, Hdt.
- IIto manage, direct, govern, like διοικέω, Soph., etc.
- Bintr. to dwell, live, be settled, Hom., etc.; ἔξω τῶν κακῶν οἰκεῖν γλυκύ sweet is it to live free from cares, Soph.
- IIof cities, in a pass. sense, to be settled, be situated, Hdt., Xen.
- 2to conduct oneself or be conducted so and so, σωφρόνως γε οἰκοῦσα πόλις εὖ ἂν οἰκοῖτο a state with habits of self-control would be well governed, Plat.
-
…οἰκήσεις καὶ ἐσθῆτας καὶ ὑποδέσεις καὶ στρωμνὰς καὶ τὰς ἐκ γῆς τροφὰς ηὕρετο. οὕτω δὴ παρεσκευασμένοι κατʼ ἀρχὰς ἄνθρωποι ᾤκουν σποράδην, πόλεις δὲ οὐκ ἦσαν · ἀπώλλυντο οὖν ὑπὸ τῶν θηρίων διὰ τὸ πανταχῇ αὐτῶν ἀσθενέστεροι εἶναι, καὶ…
Plato, Protagoras
-
…, παιδεύοντας δʼ ἐν τοῖς τῶν τεθνεώτων ἔργοις τοὺς ζῶντας. Ἀμαζόνες γὰρ Ἄρεως μὲν τὸ παλαιὸν ἦσαν θυγατέρες, οἰκοῦσαι δὲ παρὰ τὸν Θερμώδοντα ποταμόν, μόναι μὲν ὡπλισμέναι σιδήρῳ τῶν περὶ αὐτάς, πρῶται δὲ τῶν πάντων ἐφʼ ἵππους…
Lysias, Speeches
-
…γὰρ ἀρχὴ τοῦ βίου δικαία · οὐ γάρ, ὥσπερ οἱ πολλοί, πανταχόθεν συνειλεγμένοι καὶ ἑτέρους ἐκβαλόντες τὴν ἀλλοτρίαν ᾤκησαν, ἀλλʼ αὐτόχθονες ὄντες τὴν αὐτὴν ἐκέκτηντο μητέρα καὶ πατρίδα. πρῶτοι δὲ καὶ μόνοι ἐν ἐκείνῳ τῷ χρόνῳ ἐκβαλόντες…
Lysias, Speeches
-
…οὐχ ἧττον ταῖς συμφοραῖς αἰσχυνόμενοι ἢ τοῖς ἐχθροῖς ὀργιζόμενοι, μᾶλλον βουληθέντες ἐν τῇ αὑτῶν ἀποθνῄσκειν ἢ ζῆν τὴν ἀλλοτρίαν οἰκοῦντες, συμμάχους μὲν ὅρκους καὶ συνθήκας ἔχοντες, πολεμίους δὲ τοὺς πρότερον ὑπάρχοντας καὶ τοὺς πολίτας τοὺς ἑαυτῶν. ἀλλʼ…
Lysias, Speeches
-
…ἔτη δὲ τριάκοντα ᾤκησε, καὶ οὐδενὶ πώποτε οὔτε ἡμεῖς οὔτε ἐκεῖνος δίκην οὔτε ἐδικασάμεθα οὔτε ἐφύγομεν, ἀλλʼ οὕτως ᾠκοῦμεν δημοκρατούμενοι ὥστε μήτε εἰς τοὺς ἄλλους ἐξαμαρτάνειν μήτε ὑπὸ τῶν ἄλλων ἀδικεῖσθαι. ἐπειδὴ δʼ οἱ τριάκοντα πονηροὶ μὲν καὶ…
Lysias, Speeches
-
…διʼ ἐλαχίστων διδάξαι. οὑμὸς πατὴρ Κέφαλος ἐπείσθη μὲν ὑπὸ Περικλέους εἰς ταύτην τὴν γῆν ἀφικέσθαι, ἔτη δὲ τριάκοντα ᾤκησε, καὶ οὐδενὶ πώποτε οὔτε ἡμεῖς οὔτε ἐκεῖνος δίκην οὔτε ἐδικασάμεθα οὔτε ἐφύγομεν, ἀλλʼ οὕτως ᾠκοῦμεν δημοκρατούμενοι ὥστε μήτε…
Lysias, Speeches
-
…οὐδέν σοι μεμέληκεν περὶ ὧν ἐμὲ εἰσάγεις. ἔτι δὲ ἡμῖν εἰπέ, ὦ πρὸς Διὸς Μέλητε, πότερόν ἐστιν οἰκεῖν ἄμεινον ἐν πολίταις χρηστοῖς ἢ πονηροῖς ; ὦ τάν, ἀπόκριναι · οὐδὲν γάρ τοι χαλεπὸν ἐρωτῶ. οὐχ οἱ…
Plato, Apology
-
…. κἀγὼ μὲν ᾠχόμην εἰς Πειραιᾶ, οὗτος δʼ αἰσθόμενος εὐθέως ἥκοντα τὸν Θεόδοτον καὶ διατρίβοντα παρὰ Λυσιμάχῳ, ὃς ᾤκει πλησίον τῆς οἰκίας ἧς οὗτος ἐμεμίσθωτο, παρεκάλεσέ τινας τῶν τούτου ἐπιτηδείων. καὶ οὗτοι μὲν ἠρίστων καὶ ἔπινον ,…
Lysias, Speeches
-
…δʼ ἐχθροῖς ἐμοῖς πράξωμεν. οἴκησις δὲ καὶ διπλῆ πάρα τὴν μὲν Πελασγός, τὴν δὲ καὶ πόλις διδοῖ, οἰκεῖν λάτρων ἄτερθεν · εὐπετῆ τάδε. μόνον φύλαξαι τάσδʼ ἐπιστολὰς πατρός, τὸ σωφρονεῖν τιμῶσα τοῦ βίου πλέον. τἄλλʼ…
Aeschylus, Suppliant Women
-
…Πυθίης χρησάσης τοῦ τε ὀρύγματος ἐπαύσαντο καὶ Ἁρπάγῳ ἐπιόντι σὺν τῷ στρατῷ ἀμαχητὶ σφέας αὐτοὺς παρέδοσαν. ἦσαν δὲ Πηδασέες οἰκέοντες ὑπὲρ Ἁλικαρνησσοῦ μεσόγαιαν · τοῖσι ὅκως τι μέλλοι ἀνεπιτήδεον ἔσεσθαι, αὐτοῖσί τε καὶ τοῖσι περιοίκοισι, ἡ ἱρείη τῆς…
Herodotus, The Histories