οἰκιτιεύς Save LSJ Bailly 2024 Pape οἰκ-ῐτιεύς, ὁ, Com. word for οἰκέτης, with play on Κιτιεύς, Bion ap. Ath. 4.162d (ὁ κιτιεύς cod. A, οἰκετιεύς Kaibel). οἰκιτιεύς, έως (ὁ) [κῐ] p. οἰκέτης, Bion (Ath. 162d). οἰκιτιεύς, ὁ, v.l. für οἰκετιεύς, zw.