οἰκοφυλάκιον Save LSJ Pape οἰκο-φῠλάκιον [ᾰ], τό, = οἰκούριον (v. οἰκούριος 2), Eust. 1423.3. οἰκοφυλάκιον, τό, = οἰκούριον, Eust.