οἰκτείρημα
οἰκτ-είρημα, ατος, τό,
- = οἰκτιρμός, LXX Je. 38(31).3 (s.v.l.).
οἰκτείρημα, ατος (τὸ) marque ou sentiment de compassion, Spt. Jer. 31, 3.
Étym. οἰκτείρω.
οἰκτείρημα, τό, Mitleid, LXX.NT.