οἰκτείρησις Save Bailly 2024 Pape οἰκτείρησις, εως (ἡ) compassion, pitié, Clém. p. 149. Étym. οἰκτείρω. οἰκτείρησις, ἡ, = οἰκτιρμός ; LXX ; Clem.Al.