πέλω
πέλω, to be, become; Hom. be in motion
- •Poet. and Aeol., Dor., and Ion. Prose, Pittac. ap. D. L. 1.81, Archyt. l.c., Aret. CA 1.4:—come into existence, become, be:
- A as Subst. Verb, οὐ γάρ τις πρῆξις πέλεται . . γόοιο Il. 24.524; ὀδόντων καναχὴ πέλεν 19.365; ἠΰτε περ κλαγγὴ γεράνων πέλει οὐρανόθι πρό 3.3; εὐχωλὴ πέλεν ἀνδρῶν 4.450; ἄθλων, οἶά τε πολλὰ μετʼ ἀνθρώποισι πέλονται Od. 8.160; τιμὴν . . ἥ τε καὶ ἐσσομένοισι μετʼ ἀνθρώποισι πέληται Il. 3.287; ὅτε δὴ Πυλίων καὶ Ἐπειῶν ἔπλετο νεῖκος 11.737; τῷ δʼ ἤδη δεκάτη . . πέλεν ἠὼς οἰχομένῳ it was the tenth day since his departure, Od. 19.192; γαλήνη ἔπλετο νηνεμίη 5.392; ἂν κῦδος Ἀχαιῶν ἔπλετο Il. 13.677, cf. Od. 4.441; σέο δʼ ἐκ τάδε πάντα πέλονται Il. 13.632; τοῦ δʼ ἐξ ἀργύρεος ῥυμὸς πέλεν 5.729; ἐν δὲ γυνὴ . . πέλεν Od. 24.211; τὰ δʼ ὀλοὰ πελόμενʼ οὐ παρέρχεται when once in being they pass not away, A. Th. 768 (lyr.), cf. Supp. 123, 810 (both lyr.).
- B as Copula:
- 1 become, αἶψά τέ οἱ δῶ ἀφνειὸν πέλεται Od. 1.393, cf. Il. 24.219; λύκων ἤϊα πέλονται 13.103; ἀπὸ κροτάφων πελόμεσθα πάντες γηραλέοι Theoc. 14.68; ἦ τʼ ἄλλως ὑπʼ ἐμεῖο . . ὀξὺ βέλος πέλεται quite otherwise does my spear become sharp, i. e. in a very different way does my (emphat.) spear prove its edge, Il. 11.392, cf. A. Ag. 392 (lyr.).
- 2 be, οὐ μέν πως ἅλιον πέλει ὅρκιον Il. 4.158; τριηκόσιοί τε καὶ ἑξήκοντα πέλοντο Od. 14.20; ὅσσον τʼ ἐν νειῷ οὖρον πέλει ἡμιόνοιιν 8.124, cf. Il. 10.351, 23.431; ῥεῖά τʼ ἀριγνώτη πέλεται Od. 6.108; ὀξύτατον πέλεται φάος Il. 14.345, cf. A. Ag. 1124 (lyr.), Eu. 233, S. Ant. 333 (lyr.), E. Med. 520, etc.—In Lesbian verse the Copula, which is usu. omitted, is sts. expressed by πέλεται and πέλονται, as Sapph. 101.
- 3 in aor., to have become: hence, to be, τίς . . ὅμιλος ὅδʼ ἔπλετο; what gathering is this? Od. 1.225; ἔρξον ὅπως ἐθέλεις καί τοι φίλον ἔπλετο θυμῷ 13.145; ἔνθα μάλιστα ἀμβατός ἐστι πόλις καὶ ἐπίδρομον ἔπλετο τεῖχος Il. 6.434: with part., λελασμένος ἔπλευ 23.69; ὀϊζυρὸς περὶ πάντων ἔπλεο 1.418 (so as Subst. Verb, Od. 2.364); in similes, Il. 2.480, 8.556. (πελ- fr. qṷel-ʼturn’, cf. τέλομαι, πόλος, ἀμφι-, ἐπι-, περι-πέλομαι, also ἐπιτέλλω (B), περιτέλλομαι, Skt. cárati ‘move’; for the sense cf. Germ. werden, cogn. with Lat. verto.)
1. zelfst. ww. bestaan, (er) zijn:
2. koppelww. zijn, worden:
sich bewegen, sich regen, wie man auch Il. 3.3 κλαγγὴ γεράνων πέλει οὐρανόθι πρό nehmen kann, das Geschrei regt sich am Himmel ; γῆρας καὶ θάνατος ἐπʼ ἀνθρώποισι πέλονται, Alter und Tod bewegen sich zu den Menschen heran, kommen über die Menschen, Od. 13.60 ; νοῦσος ἐπὶ στυγερὴ πέλεται δειλοῖσι βροτοῖσιν, 15.408 (vgl. noch πολέω, πόλος, pello). – Gew. sich an einem Orte bewegen, wie versari, sich daselbst aufhalten, sein, von εἶναι so unterschieden, daß es ein dauerndes, fortgesetztes Vorhandensein, Statthaben ausdrückt, gewöhnlich sein ; ᾗ θέμις ἀνθρώπων πέλει, Il. 9.134 ; κήδέ, ὅσʼ ἀνθρώποισι πέλει, ib. 592 ; ὅς τε μέγιστος ὅρκος δεινότατός τε πέλει μακάρεσσι θεοῖσιν, Il. 15.38 ; wiewohl es in manchen Stellen nicht von εἶναι zu unterscheiden ist, ἤδη δεκάτη ἢ ἑνδεκάτη πέλεν ἠώς, Od. 19.192 ; u. im med., ὃς μέγα πᾶσιν ἕρκος Ἀχαιοῖσιν πέλεται πολέμοιο, Il. 1.284 ; ὀξὺ βέλος πέλεται, 11.392 ; αἶψα δέ οἱ δῶ ἀφνειὸν πέλεται, Od. 1.393, schnell ist, wird das Haus reich ; vgl. Il. 22.443, 24.219, 524 ; παῦροι γάρ τοι παῖδες ὁμοῖοι πατρὶ πέλονται, wenige pflegen gleich zu sein, Od. 2.276 ; σέο δʼ ἐκ τάδε πάντα πέλονται, Il. 13.632, von dir geht dies Alles aus ; τοῦ δʼ ἐξ ἀργύρεος ῥυμὸς πέλεν, 5.729, eine silberne Deichsel ging davon aus, war daran ; ἠΰτε βοῦς ἀγέληφι μέγʼ ἔξοχος ἔπλετο πάντων, zu sein pflegt, 2.480 ; εἰ δή ῥʼ ἐθέλεις καί τοι φίλον ἔπλετο θυμῷ, 14.337, u. öfter in ähnlichen Verbindungen, eigtl. wenn es dir lieb ward, wenn es dir lieb ist, u. so häufig in Präsensbdtg. Aehnlich Pind. u. Tragg.: εἰ ἔχθρα πέλει ὁμογόνοις, Pind. P. 4.145 ; ἄφαντος ἔπελες, Ol. 1.46 ; θαυμασταὶ πέλονται, I. 4.7 ; ἔπλετο, P. 9.113 ; ἐγὼ μὲν οὖν τοιόσδε τῷ τε δαίμονι τῷ τʼ ἀνδρὶ τῷ θανόντι σύμμαχος πέλω, Soph. O.R. 245 ; τοῖς τυφλοῖσι γὰρ αὕτη κέλευθος ἐκ προηγητοῦ πέλει, Ant. 977 ; ὅστις ᾍδου οἰκήτωρ πέλοι, Tr. 1151 ; πέλονται, Aj. 159 ; δεινή τις ὀργὴ καὶ δυσίατος πέλει, Eur. Med. 520, öfter ; ἄζηλα πέλει, im Orak. bei Her. 7.140. Sonst nur noch bei sp.D., wie πελέσθω Ap.Rh. 1.1320, πέλουσι Ep.adesp. 518 (VII.56); Anyte 5 (IX.144) u. öfter in der Anth. – Vgl. noch die Kompp.
and in mid. form πέλομαι (without distinction of sense)
[orig. sense to turn.]
3 sing. aor. ἔπλε Il. 12.11.
Mid. Imp. πέλευ Il. 24.219.
2 sing. pa. iterative πελέσκεο Il. 22.433.
2 sing. aor. ἔπλεο Il. 1.418, Il. 22.281. ἔπλευ Il. 9.54, Il. 16.29, Il. 23.69, 891.
3 sing. ἔπλετο Il. 1.506, Il. 2.480, Il. 4.479, Il. 12.271, Il. 13.677, Il. 19.57, Il. 22.116, Il. 24.94, etc. : Od. 1.225, Od. 2.364, Od. 5.392, Od. 10.273, Od. 13.145, Od. 17.57, Od. 18.113, Od. 22.48, etc.
(ἀμφι-, ἐπιπέλομαι, περιπέλομαι).
- 1
To turn out to be, come to be, become, come into being, and simply, to be : ὃς ἕρκος Ἀχαιοῖσιν πέλεται (is) Il. 1.284, ἠΰτε κλαγγὴ γεράνων πέλει (is to be heard, goes up) Il. 3.3, μινυνθάδιός οἱ αἰὼν ἔπλετο Il. 4.479. Cf. Il. 3.287, Il. 4.158, Il. 5.729 (stood out), Il. 9.592 (come upon them), Il. 10.351, 531, Il. 11.392, Il. 13.237, 632 (are your doing), Il. 14.158, Il. 16.128, Il. 19.221, 365, Il. 22.443 (might be ready), Il. 24.524 (comes of . . .), etc. : δῶ οἱ ἀφνειὸν πέλεται Od. 1.393, γαλήνη ἔπλετο Od. 5.392, ἐν γυνὴ πέλεν Od. 24.211. Cf. Od. 2.276, Od. 4.45, Od. 5.79, Od. 6.108, Od. 8.169, Od. 11.125, Od. 13.60 (come upon them), Od. 14.20 (numbered), Od. 17.57, Od. 18.367 (come round), Od. 19.192, Od. 22.48, etc.
- 2
In aor. also, to have turned out to be, have come to be; hence, to be : ὠκύμορος περὶ πάντων ἔπλεο (art) Il. 1.418, ἔνθα μάλιστʼ ἐπίδρομον ἔπλετο τεῖχος (is) Il. 6.434. Cf. Il. 1.506, Il. 7.31, Il. 9.54, Il. 12.271, Il. 14.337, Il. 15.227, Il. 16.29, Il. 19.57, Il. 23.69, Il. 24.94, etc. : τίς ὅμιλος ὅδʼ ἔπλετο; (is) Od. 1.225, κρατερή μοι ἔπλετʼ ἀνάγκη (has come upon me) Od. 10.273. Cf. Od. 2.364 (has come), Od. 7.217, Od. 8.571, Od. 13.145, Od. 18.113, Od. 20.304, Od. 21.397, etc.
- 1
- 1be, become ὡς δʼ ἄφαντος ἔπελες O. 1.46 ἀγαθαὶ δὲ πέλοντʼ ἐν χειμερίᾳ νυκτὶ θοᾶς ἐκ ναὸς ἀπεσκίμφθαι δύʼ ἄγκυραι O. 6.100 οὕτω δʼ Ἱέρωνι θεὸς ὀρθωτὴρ πέλοι P. 1.56 “εἴ τις ἔχθρα πέλει ὁμογόνοις αἰδῶ καλύψαι” P. 4.145 θάρσος τε τανύπτερος ἐν ὄρνιξιν αἰετὸς ἔπλετο P. 5.112 ἐπεὶ θαητὸν εἶδος ἔπλετο (αὐτᾷ) P. 9.109 νᾶες θαυμασταὶ πέλονται Ι. 5. 6. ]ων πέλοι [ Δ. 3. 15.
- IThe orig. sense, to be in motion, appears in Hom., κλαγγὴ πέλει οὐρανόθι πρό the cry goes, rises to heaven, Il.; τῶι δεκάτηι πέλεν ἠώς to him came the tenth morn, Od.; γῆρας καὶ θάνατος ἐπʼ ἀνθρώποισι πέλονται old age and death come upon men, Od.:—this sense of motion is plain in the compd. participles ἐπιπλόμενος, περιπλόμενος.
- IIcommonly to be, Hom.; but generally implying continuance, to be used or wont to be, Il.:—the imperf. in pres. sense, ὀϊζυρὸς ἔπλεο thou wast doomed to be, i. e. thou art, Hom.
-
…ἴστω νῦν τόδε γαῖα καὶ οὐρανὸς εὐρὺς ὕπερθε καὶ τὸ κατειβόμενον Στυγὸς ὕδωρ, ὅς τε μέγιστος ὅρκος δεινότατός τε πέλει μακάρεσσι θεοῖσι, μή τί τοι αὐτῷ πῆμα κακὸν βουλευσέμεν ἄλλο. ἀλλὰ τὰ μὲν νοέω καὶ φράσσομαι, ἅσσʼ…
Homer, Odyssey
-
…ἀσπίδα, λῦσε δὲ γυῖα. Φυλεΐδης δʼ Ἄμφικλον ἐφορμηθέντα δοκεύσας ἔφθη ὀρεξάμενος πρυμνὸν σκέλος, ἔνθα πάχιστος μυὼν ἀνθρώπου πέλεται · περὶ δʼ ἔγχεος αἰχμῇ νεῦρα διεσχίσθη · τὸν δὲ σκότος ὄσσε κάλυψε. Νεστορίδαι δʼ ὃ μὲν οὔτασʼ Ἀτύμνιον…
Homer, Iliad
-
…θυμῷ, μηδέ σʼ Ἔρις κακόχαρτος ἀπʼ ἔργου θυμὸν ἐρύκοι νείκεʼ ὀπιπεύοντʼ ἀγορῆς ἐπακουὸν ἐόντα. ὤρη γάρ τʼ ὀλίγη πέλεται νεικέων τʼ ἀγορέων τε, ᾧτινι μὴ βίος ἔνδον ἐπηετανὸς κατάκειται ὡραῖος, τὸν γαῖα φέρει, Δημήτερος ἀκτήν .…
Hesiod, Works and Days
-
…ὁ δʼ εὔδμητον βάλε τοῖχον. Κτήσιππον δʼ ἄρα Τηλέμαχος ἠνίπαπε μύθῳ · Κτήσιππʼ, ἦ μάλα τοι τόδε κέρδιον ἔπλετο θυμῷ · οὐκ ἔβαλες τὸν ξεῖνον · ἀλεύατο γὰρ βέλος αὐτός. ἦ γάρ κέν σε μέσον βάλον ἔγχεϊ ὀξυόεντι…
Homer, Odyssey
-
…ὑπόσχωμαι Ἑλένην καὶ κτήμαθʼ ἅμʼ αὐτῇ, πάντα μάλʼ ὅσσά τʼ Ἀλέξανδρος κοίλῃς ἐνὶ νηυσὶν ἠγάγετο Τροίηνδʼ, ἥ τʼ ἔπλετο νείκεος ἀρχή, δωσέμεν Ἀτρεΐδῃσιν ἄγειν, ἅμα δʼ ἀμφὶς Ἀχαιοῖς ἄλλʼ ἀποδάσσεσθαι ὅσα τε πτόλις ἥδε κέκευθε · Τρωσὶν…
Homer, Iliad
-
…οὐκ ἐκρύφθη, πρέπει δέ, φῶς αἰνολαμπές, σίνος · κακοῦ δὲ χαλκοῦ τρόπον τρίβῳ τε καὶ προσβολαῖς μελαμπαγὴς πέλει δικαιωθείς, ἐπεὶ διώκει παῖς ποτανὸν ὄρνιν, πόλει πρόστριμμʼ ἄφερτον ἐνθείς. λιτᾶν δʼ ἀκούει μὲν οὔτις θεῶν ·…
Aeschylus, Agamemnon
-
…μὴ κέρα ἶπες ἔδοιεν ἀποιχομένοιο ἄνακτος. ὧδε τις εἴπεσκεν ἰδὼν ἐς πλησίον ἄλλον · ἦ τις θηητὴρ καὶ ἐπίκλοπος ἔπλετο τόξων · ἤ ῥά νύ που τοιαῦτα καὶ αὐτῷ οἴκοθι κεῖται ἢ ὅ γʼ ἐφορμᾶται ποιησέμεν, ὡς ἐνὶ χερσὶ…
Homer, Odyssey
-
…δʼ ἐγγύθεν ἦλθʼ Ἑκάτη λιπαροκρήδεμνος · πολλὰ δʼ ἄρʼ ἀμφαγάπησε κόρην Δημήτερος ἁγνῆς · ἐκ τοῦ οἱ πρόπολος καὶ ὀπάων ἔπλετʼ ἄνασσα. ταῖς δὲ μετάγγελον ἧκε βαρύκτυπος εὐρύοπα Ζεὺς Ῥείην ἠύκομον, ἣν μητέρα κυανόπεπλον ἀξέμεναι μετὰ φῦλα θεῶν ,…
NA, Homeric Hymns
-
…· ἀλλʼ ὅτε δὴ πολιόν τε κάρη πολιόν τε γένειον αἰδῶ τʼ αἰσχύνωσι κύνες κταμένοιο γέροντος, τοῦτο δὴ οἴκτιστον πέλεται δειλοῖσι βροτοῖσιν. ἦ ῥʼ ὃ γέρων, πολιὰς δʼ ἄρʼ ἀνὰ τρίχας ἕλκετο χερσὶ τίλλων ἐκ κεφαλῆς · οὐδʼ…
Homer, Iliad
-
…γαίας καὶ βοτῶν ἐπίρρυτον ἀστοῖσιν εὐθενοῦντα μὴ κάμνειν χρόνῳ, καὶ τῶν βροτείων σπερμάτων σωτηρίαν. τῶν εὐσεβούντων δʼ ἐκφορωτέρα πέλοις. στέργω γάρ, ἀνδρὸς φιτυποίμενος δίκην, τὸ τῶν δικαίων τῶνδʼ ἀπένθητον γένος. τοιαῦτα σοὔστι. τῶν ἀρειφάτων…
Aeschylus, Eumenides