Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
παγχαλέπως
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
παγκράτιον
παγκράτιστος
παγκρατορικός
παγκράτωρ
πάγκρεας
παγκρότως
πάγκρυφος
παγκτήμων
παγκτησία
παγκτητικός
παγκύνιον
πάγκυφος
πάγνιον
πάγνυμι
πάγξενος
παγόλυτον
παγόλυτος
παγοπληξία
πάγος
πᾶγος
Πάγος
παγός
Παγουρίδαι
παγούριον
πάγουρος
παγόω
παγρεύς
πάγρος
Παγχαῖος
παγχάλεπος
παγχαλέπως
παγχάλκεος
παγχαλκεύς
πάγχαλκος
παγχαρής
πάγχη
πάγχι
πάγχορτος
πάγχρηστος
πάγχριστος
παγχρόνιος
πάγχροος
παγχρύσεος
πάγχρυσος
πάγχρωμα
πάγχρως
πάγχυ
παγχυρισμός
Πάγχων
Παγχῶοι
παγῶ
παγώδης
Παγώνδας
Παδαῖοι
παδάω
πάδη
παδησχέαι
πάδινος
παδόεις
πάδος
Πάδος
…
παγχαλέπως
Save
Bailly 2024
παγχαλέπως
[
χᾰ
]
adv.
très difficilement,
Xén.
An.
7, 5, 16
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}