πάγχρως Save Bailly 2024 Pape πάγ·χρως, ως, ων, gén. ωτος, c. πάγχροος, Syn. 114. Étym. π. χρώς. πάγχρως, ωτος, = πάγχρους, Synes. de prov. 1.114b.