παλαίωμα
παλαίωμα, antiquity
πᾰλαί-ωμα, ατος, τό,
- antiquity, in pl., LXX Jb. 36.28, al.
παλαίωμα, ατος (τὸ) [ᾰ] ancienneté, antiquité, Spt. Job 36, 28 ; 37, 10, 20.
Étym. παλαιόω.
παλαίωμα, τό, das Altgemachte, das Altertum, LXX.