Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
παράλιον
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
παραλειπτός
παράλειπτος
παραλείπω
παραλείφω
παράλειψις
παραλεκτέον
παράλευκος
παραλεύσσω
παραλέχομαι
παραλήγω
παράλημμα
παράληξις
παραληπτέον
παραληπτέος
παραληπτής
παραλήπτης
παραληπτικός
παραληπτός
παραλήπτωρ
παραληρέω
παραλήρημα
παραλήρησις
παράληρος
παράληψις
παραλία
παραλιθάζω
παράλιμνος
παραλιμπάνω
παράλιοι
Παράλιοι
παράλιον
Παράλιον
παράλιος
Παράλιος
παραλίσκομαι
παραλιταίνω
παραλίτης
παραλιώτης
παραλλαγή
παράλλαγμα
παραλλακτέον
παραλλακτικός
παραλλακτός
παράλλακτος
παραλλαλή
παραλλάξ
παράλλαξις
παραλλάσσω
παραλλαττόντως
παραλλάττω
παραλληγορέω
παραλληλεπίπεδον
παραλληλεπίπεδος
παραλληλεύομαι
παραλληλία
παραλληλίζω
παραλληλισμός
παραλληλόγραμμον
παραλληλόγραμμος
παραλληλογράμμως
παράλληλος
…
παράλιον
Save
LSJ
παράλιον, τό,
v. παράλιος IV.
II
= μήκων κερατῖτις,
Dsc.
4.65.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}