παράμονος
παράμονος, constant, steadfast
παρά-μονος, poet. πάρμονος, ον,
- rarer form of foreg. (q. v.), πένθος Plu. Cons.Apoll. 2.114f; εὐτυχία Cat.Cod.Astr. 8(4).207, cf. Vett.Val. 292.30; οἶνος Gp. 1.12.32; ὄλβος παρμονώτερος Pi. N. 8.17.
παράμονος, ος, ον, c. παραμόνιμος, Geop. 1, 12, 52 ||
➳ Poét. *πάρμονος, au cp. παρμονώτερος, Pd. N. 8, 29.
παράμονος, = παραμόνιμος ; καὶ εὔνους ὑπηρέτης, Xen. Mem. 2.10.3 ; Sp.; – poet. παρμονώτερος ἀνθρώποισι ὄλβος, Pind. N. 8.16.
For Pindar, see also: πάρμονος
παράμονος, poet. πάρμονος, ον,
= παραμόνιμος, Pind.