Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
παραμονάριος
παραμονάριος, watchman
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
παραμήκης
παραμηκύνω
παραμήνας
παραμήξας
παραμήρια
παραμηριαῖος
παραμηρίδια
παραμηρίδιος
παραμήριον
παραμηχανάομαι
παραμίγνυμι
παραμιγνύω
παραμικρόν
παραμικτέον
παραμιλλάομαι
παράμιλλος
παραμιμέομαι
παραμιμνήσκομαι
παραμιμνῄσκομαι
παραμίμνω
παραμινυθέω
παραμινύθω
παραμίξ
παραμιξολυδιάζω
παραμίσγω
παραμισέω
παραμισθόομαι
πάραμμα
παραμολεῖν
παραμολύνω
παραμονάριος
παραμονή
παραμόνιμος
παράμονος
παραμορφόω
παράμουσος
παραμπέχω
παραμπίσχω
παραμπύκια
παραμπυκίδδω
παραμπυκίζω
παραμπύκιον
παραμυθέομαι
παραμύθημα
παραμυθητέον
παραμυθητής
παραμυθητικός
παραμυθητός
παραμυθήτωρ
παραμυθία
παραμυθιακός
παραμυθικός
παραμύθιον
παραμυκάομαι
παραμύσσω
παραμύω
παραμφοδέω
παραμφοδίζω
παραμφόδισις
παράμωρος
παραναβαίνω
…
παραμονάριος
Save
παραμονάριος, watchman
LSJ
παραμονάριος, ὁ,
watchman,
Cod.Just.
1.3.45.3.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}