παραμίγνυμι
παραμίγνυμι, v. παραμείγνυμι.
παρα·μίγνυμι (pf. pass. παραμέμιγμαι) mêler, mélanger : τινί τι, Ar. Vesp. 878 ; Plat. Rsp. 415b ; Arstt. Nic. 10, 7, 3 ; τι καί τι, Plut. M. 59b (παραμιγνύω) mêler une chose à une autre.
παραμίγνυμι, [ῡ], (μίγνυμι), zumischen, beimischen, τινί τι, Ar. Vesp. 878 ; Hippocr.; ὅτι αὐτοῖς τούτων ἐν ταῖς ψυχαῖς παραμέμικται, Plat. Rep. III.415c ; ἡδονὴν παραμεμῖχθαι τῇ εὐδαιμονίᾳ, Arist. eth. 10.7 ; τὴν παρρησίαν τῇ κολακείᾳ, Plut. Ant. 24.
παραμίγνυμι
and -ύω
Ionic -μίσγω
fut. -μίξω
- Ito intermix with, τί τινι Ar.:—Pass., ἡδονὴν παραμεμῖχθαι τῇ εὐδαιμονίᾳ Arist.
- IIto add by mixing, Lat. admiscere, ὕδωρ παραμίσγειν Hdt.:—Pass., ὅ τι αὐτοῖς παραμέμικται Plat.