παραιβασία
παραιβασία, ion. -ίη, ης (ἡ) [βᾰ] transgression, faute, Hés. Th. 220 ; Q. Sm. 13, 382.
Étym. παραιβάτης.
παραιβασία, ἡ, poet. st. παραβασία, = παράβασις, Uebertretung, Vergehen ; Hes. Th. 220 ; Aesch. Spt. 725 ; sp.D., wie Qu.Sm. 13.382, παραιβασίῃσι νόοιο.