παραιολίζω
παραιολίζω, trick
παραιολίζω, fut. -ίξω,
- trick, τινα Lyc. 1094, 1380.
παρ·αιολίζω, tromper, Lyc. 1094, 1380.
παραιολίζω, betrügen, Lycophr. 1094, 1380, παραιολίξει, τὴν παρθένον παραιολίξας.