About Report a problem

Menu

παραινετικός

παραινετικός, hortatory

παραιν-ετικός, ή, όν,
  • hortatory, π. καὶ ὑποθετικὸς τόπος Aristo Stoic. 1.80. Adv. -κῶς S.E. M. 1.271, Rev. Ét.Gr. 28.56 (Egypt).

Saved

Recent