παραρριπτέω Save Bailly 2024 Pape παρα·ρριπτέω-ῶ, jeter devant, rég. ind. au dat. Spt. Ps. 83, 11 ; Alciphr. 3, 51. Étym. π. ῥιπτός. παραρριπτέω, = παραρρίπτω, vorwerfen, ἀστραγάλους καθάπερ τοῖς κυσὶ παραρριπτοῦντες, Alciphr. 3.51.