Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
παραρτίδιον
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
παραρράπτομαι
παραρράπτω
παραρρέγχω
παράρρειθρος
παραρρέω
παραρρήγνυμι
παραρρηγνύω
παράρρηξις
παράρρησις
παραρρητός
παραρριγόω
παραρρινάω
παραρριπίζω
παραρριπτέω
παραρρίπτω
παραρροή
παραρροιζέομαι
παραρροιζέω
παράρροος
παράρρυθμος
παραρρυΐσκομαι
παράρρυμα
παραρρύομαι
παραρρυπόω
παράρρυσις
παραρτάομαι
παραρτάω
παραρτέομαι
παραρτέω
παράρτημα
παραρτίδιον
παραρτίζομαι
παράρτυμα
παράρτυσις
παραρτύω
παράρυθμος
παράρυμα
παρασάγγης
παρασαίνω
παρασαλεύω
παράσαμον
παρασαρόω
παρασάττω
παράσειον
παράσειρον
παράσειρος
παράσεισμα
παρασείω
παρασεσιωπημένος
παρασεσιωπημένως
παρασεσυρμένως
παρασεύομαι
παρασεύω
παρασημαίνομαι
παρασημαίνω
παρασήμανσις
παρασημαντέον
παρασημαντική
παρασημαντικός
παρασημασία
παρασημεῖον
…
παραρτίδιον
Save
LSJ
παραρτ-ίδιον, τό,
τοῦ αὐλυδρίου
dub. sens. in Mitteis
Chr.
96.7 (iv A. D.).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}