παράσειον
παράσειον, a topsail
παράσειον, τό,
- topsail, Callix. 1, Luc. Nav. 5.
παράσειον, τό, das oberste Segel, supparum, Luc. Navig. 5. Vgl. ἐπίσειον u. παράσειρος.
παράσειον
παρά-σειον, ου, τό,
- a topsail, Luc. deriv. uncertain