παράρρυσις Save LSJ Bailly 2024 Grieks Nederlands Pape παράρρῡσις, εως, ἡ, = παράρρυμα I, A. Supp. 715 (pl.). παρά·ρρυσις, εως (ἡ) c. le préc. Eschl. Suppl. 715. παρά-ρρυσις -εως, ἡ [~ ἔρυμαι] dekkleed (aan de zijkant van een schip). παράρρυσις, [ῡ], = παράρρυμα, νεώς, Aesch. Suppl. 696.