παρασεσυρμένως
παρασεσυρμένως, mockingly
παρασεσυρμένως, Adv. pf. part. Pass.,
- mockingly, Ph. 2.599.
παρα·σεσυρμένως, adv. d’une manière dérisoire, Phil. 2, 599.
Étym. π. σύρω.
παρασεσυρμένως, dabei höhnisch, Philo.