Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
παράσιρον
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
παρασάττω
παράσειον
παράσειρον
παράσειρος
παράσεισμα
παρασείω
παρασεσιωπημένος
παρασεσιωπημένως
παρασεσυρμένως
παρασεύομαι
παρασεύω
παρασημαίνομαι
παρασημαίνω
παρασήμανσις
παρασημαντέον
παρασημαντική
παρασημαντικός
παρασημασία
παρασημεῖον
παρασημειόομαι
παρασημείωσις
παρασημειωτέον
παράσημον
παράσημος
παρασήμως
παράσηρος
παρασιγάω
παράσιμος
Παράσιοι
παράσιον
παράσιρον
παρασίτειον
παρασιτέω
παρασίτησις
παρασιτία
παρασιτικός
παρασίτιον
παράσιτος
παρασιωπάω
παρασιώπησις
παρασιωπητέον
παρασκαίρω
παρασκάπτω
παρασκελής
παρασκέλια
παρασκέπασμα
παρασκεπάστρα
παρασκέπτομαι
παρασκέπω
παρασκευάζω
παρασκεύασις
παρασκεύασμα
παρασκευασμός
παρασκευαστέος
παρασκευαστής
παρασκευαστικός
παρασκευαστός
παρασκευή
παρασκηνάω
παρασκηνέω
παρασκήνιον
…
παράσιρον
Save
LSJ
παράσιρον, τό,
dub. sens., τὸ π. τὸ στυππέϊνον
Sammelb.
6801.10 (iii B. C.).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}