παρασκέπασμα
παρασκέπασμα, side-covering
παρασκέπ-ασμα, ατος, τό,
- side-covering, v.l. in Poll. 7.208.
παρα·σκέπασμα, ατος (τὸ) couverture sur le côté, Clém. 1, 533 Migne.
Étym. π. σκεπάζω.
παρασκέπασμα, τό, Seitenbedeckung, Clem.Al., Poll. 7.208.