παρασκεύασις
παρασκεύ-ᾰσις, εως, ἡ,
- = παρασκευή, ναυτικῶν δυνάμεων D.S. 21.16.
παρασκεύασις, εως (ἡ) [ᾰσ] c. παρασκευή, DS. Exc. 491, 7.
παρασκεύασις, ἡ, = παρασκευή, DS. exc. p. 491.7.