παρμόνιμος
παρμόνιμος, πάρμονος, poet. for παρα-.
παρμόνιμος, v. παραμόνιμος.
παρμόνιμος, poet. statt παραμόνιμος, Pind.
παρμόνῐμος
- 1abiding by c. dat. οὕτω κʼ ἀνδρὶ παρμονίμαν θάλλοισαν εὐδαιμονίαν pr. P. 7.20
παρμόνιμος
poet. for παραμ