παρμέμβλωκε
παρ·μέμβλωκε, v. παραβλώσκω.
παρμέμβλωκε, perf. von παραβλώσκω, dabei gegangen sein, dabei sein ; Il. 4.11, 24.75 ; Ap.Rh. 4.1167, Schol. erkl. πάρεστι.
παρμέμβλωκε
3 sing. pf. παραβλώσκω.
παρμέμβλωκε : see παραβλώσκω.