παρκατέλεκτο
παρ-κατέλεκτο, παρ-κλίνω, παρ-κύπτω, παρ-λαμβάνω, poet. for παρα-. παρμέμβλωκε, v. παραβλώσκω.
παρ·κατέλεκτο, v. παρακαταλέγομαι.
παρκατέλεκτο
3 sing. aor. mid. παρακαταλέγω.
παρκατέλεκτο : see παρακαταλέγομαι.