παρμένω
παρμένω, v. παραμένω.
παρ·μένω, v. παραμένω.
παρμένω, ep. statt παραμένω, Il. 13.151, 15.400.
παρμένω
See παραμένω.
παρμένω v. παραμένω.
παρμένω : see παραμένω.