Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
παριτητός
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
παρισάζω
παρίσθμια
παρίσθμιον
Παρίσκας
παρίσκεψις
πάρισος
παρισότης
παρισόχρονος
παρισόω
παρίσταμι
παριστάνω
παριστάω
παρίστημι
παριστία
παριστίδιος
παριστορέω
παριστορία
παρίστριος
παρίσχιος
παρισχναίνω
παρίσχω
παρισώδης
παρίσωμα
παρίσωσις
παρισωτικός
παριτέον
παριτέος
παριτητέα
παριτητέον
παριτητέος
παριτητός
παριτός
παριχνεύω
παριών
παρκ
παρκαθήκα
παρκαλέω
παρκάλισις
παρκατέλεκτο
πάρκειμαι
παρκείμενος
παρκλίνουσι
παρκλίνω
παρκύπτοισα
παρκύπτω
παρλ
παρμ
παρμέμβλωκε
Παρμενᾶς
Παρμενίδειος
Παρμενίδης
Παρμενίς
Παρμενίσκος
Παρμενίων
παρμένω
Παρμένων
πάρμη
Πάρμις
Παρμῖται
παρμόνιμος
πάρμονος
…
παριτητός
Save
Bailly 2024
παριτητός,
ή, όν
[
ῐ
]
vb.
c. le préc.
Cels.
(
Orig.
1, 1445 Migne
).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}