πατρικιότης
πατρικιότης, patriciate
πατρικιότης, ητος, ἡ,
- patriciate, Prisc.p.343 D., Just. Nov. 38 Praef. 3.
πατρικιότης, ητος, ἡ, das Patriziat, Sp.
πατρικιότης, patriciate