Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
πατρόδοτος
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
πατριαρχεύω
πατριαρχέω
πατριάρχης
πατριαρχία
πατριαρχικός
πατριαστί
πατρίδιον
πατρίζω
πατρίκιος
Πατρίκιος
πατρικιότης
πατρικός
πατρικότης
πατρικῶς
πατρίληκτος
πάτριος
πατρίς
Πατρίς
πατριστί
πατρίως
πατριώτης
πατριωτικός
πατριῶτις
Πατρόβας
Πατρόβιος
πατρόβουλος
πατρογένειος
πατρογενής
πατρογέρων
πατροδίδακτος
πατρόδοτος
πατροδώρητος
πατρόθειος
πατρόθεν
πατροκασιγνήτη
πατροκασίγνητος
πατροκίνητος
Πατρόκλεια
Πατροκλείδης
Πατροκλῆς
Πάτροκλος
πατροκόμος
πατροκτονέω
πατροκτονία
πατροκτόνιον
πατροκτόνος
πατρόκτονος
πατρολάθησις
πατρολέτωρ
πατρολοός
πατρολῴας
πατρομήτωρ
πατρομύστης
πατρονομέομαι
πατρονομέω
πατρονομία
πατρονομική
πατρονομικός
πατρονόμος
πατροπαράδοσις
πατροπαράδοτος
…
πατρόδοτος
Save
Pape
πατρόδοτος
, späteres Wort, = πατροδώρητος, Euseb.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}