πατροφονεύς
πατροφονεύς, murderer of one’s father
πατρο-φονεύς, έως, Ep. ῆος, ὁ,
- murderer of oneʼs father, [Ὀρέστης] ἔκτανε πατροφονῆα Αἴγισθον . ., ὅ οἱ πατέρα κλυτὸν ἔκτα Od. 1.299, cf. 3.197.
πατρο·φονεύς, έως, épq. -ῆος (ὁ) c. πατροφόνος, Od. 1, 299 ; cf. 3, 197.
πατροφονεύς, ὁ, Vatermörder, Od. 1.299, 3.197, 307.
πατροφονεύς
ὁ
[πατρ-, πατήρ + φον-, *φένω.]
The slayer of another’s father Od. 1.299, Od. 3.197, 307.
πατροφονεύς , ῆος: murderer of a father. (Od.)
πατροφονεύς
πατρο-φονεύς, έως, ὁ,
*φένω
- murderer of oneʼs father, Od.