Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
πατρολοός
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
πατρίως
πατριώτης
πατριωτικός
πατριῶτις
Πατρόβας
Πατρόβιος
πατρόβουλος
πατρογένειος
πατρογενής
πατρογέρων
πατροδίδακτος
πατρόδοτος
πατροδώρητος
πατρόθειος
πατρόθεν
πατροκασιγνήτη
πατροκασίγνητος
πατροκίνητος
Πατρόκλεια
Πατροκλείδης
Πατροκλῆς
Πάτροκλος
πατροκόμος
πατροκτονέω
πατροκτονία
πατροκτόνιον
πατροκτόνος
πατρόκτονος
πατρολάθησις
πατρολέτωρ
πατρολοός
πατρολῴας
πατρομήτωρ
πατρομύστης
πατρονομέομαι
πατρονομέω
πατρονομία
πατρονομική
πατρονομικός
πατρονόμος
πατροπαράδοσις
πατροπαράδοτος
πατροπάτωρ
πατροποιέομαι
πατροποίητος
πατρόπολις
πατρορραίστης
πατροστερής
πατρότης
πατροτυπία
πατροτύπτης
πατροτυψία
πατρούεος
πατροῦχος
πατροφάγος
πατροφαής
πατροφεγγής
Πατροφίλα
πατροφονεύς
πατροφονέω
πατροφονία
…
πατρολοός
Save
LSJ
πατρ-ολοός, ὁ, = foreg.,
PMasp.
353.7 (vi A. D.).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}