πεδά
πεδά,
- Aeol. for μετά, Sapph. 38, Alc. 48 A, Pi. Fr. 26, Theoc. 29.38: also Dor., Leg.Gort. 3.27; πεδʼ ἰαρόν Schwyzer 89.14 (Argos, iii B. C.). (Cogn. with πούς.)
πεδά, v. μετά.
πεδά (= μετά)
- a c. acc.
- α after ὃς ἔχεις καὶ πεδὰ μέγαν κάματον λόγων φερτάτων μναμήιʼ (v. l. μετὰ) P. 5.47 δείπνου δὲ λήγοντος γλυκὺ τρωγάλιον καίπερ πεδʼ ἄφθονον βοράν (Schneider: παῖδα φθόνον codd.) fr. 124c.
- β dub. sign. πεδὰ στόμα φλέγει (ἀντὶ τοῦ κατὰ στόμα Eustath.) fr. 26.
- b c. gen., among πολλοῖς σοφὸς δοκεῖ πεδʼ ἀφρόνων βίον κορυσσέμεν ὀρθοβούλοισι μαχαναῖς P. 8.74