πεδάορος
πεδάορος [ᾱ], ον,
- Aeol. and Dor. for μετήορος, μετέωρος, Alc. 100; cf. μετήορος I fin. and πεδήορος.
πεδ·άορος, ος, ον [ᾰ] éol. c. μετήορος, Alc. 100 (78) ; Eschl. Ch. 590 conj.
πεδάορος, dor. = μετέωρος, μετήορος, nur Conj. Stanleys für πεδάμερος.