πεδαμείβω
πεδᾰμείβω, Aeol. for μεταμείβω, Pi. O. 12.12.
πεδ·αμείβω, v. μεταμείβω.
πεδαμείβω, dor. statt μεταμείβω, Pind. Ol. 12.18.
πεδαμείβω (cf. μεταμείβω.)
- 1exchange for c. acc. & gen. ἐσλὸν βαθὺ πήματος ἐν μικρῷ πεδμειψαν χρόνῳ O. 12.12