About Report a problem

Menu

πεδαρτάω

πεδαρτάω, to admonish

πεδαρτάω,
  • Pythag. word for μεθαρμόζω, = νουθετέω, ἐκάλουν δὲ τὸ νουθετεῖν πεδαρτᾶν (Schäfer for παιδ.) Iamb. VP 31.197; ἐκάλει [Πυθαγόρας] τὸ νουθετεῖν πεδαρτᾶν (to be restored for πελαργᾶν) D.L. 8.20, cf. Suid.; τὰς . . νουθετήσεις, ἃς δὴ πεδαρτάσεις ἐκάλουν Iamb. VP 22.101, 33.231.

Saved

Recent