πεδάγρετος
πεδάγρετος, ον, Aeol. for *μετάγρετος (ἀγρέω), in neut. sg., glossed μεταμέλητον, μεταληπτόν, ποικίλον, μεταδίωκτον, Hsch.
πεδάγρετος, dor. = μετάγρετος, auf der Flucht, durch Nachsetzen gefangen, Hesych. erkl. μετάληπτος, μεταδίωκτος.