παχυχειλής
παχυχειλής, thick-lipped
πᾰχυ-χειλής, ές,
- thick-lipped, of shell-fish, Arist. HA 528a29:—also πᾰχύ-χειλος, ον, Ruf. Fr. 70; τὰ π. τῶν ἑλκῶν Gal. 13.491.
παχυ·χειλής, ής, ές [ᾰῠ] aux lèvres épaisses, Arstt. H.A. 4, 4, 7.
Étym. π. χεῖλος.
παχυχειλής, ές, = παχύχειλος, Conj. Reiskes in Leon.Tar. 1 (V.206) für ταχυχειλής.