πεντώρυγος
πεντώρυγος, of five fathoms (ca. 30 feet)
πεντ-ώρῠγος, ον,
- = πεντόργυιος, X. Cyn. 2.5.
πεντώρυγος
πεντ-ώρυγος, ον,
Attic form of πεντόργυιος, Xen.
πεντώρυγος, of five fathoms (ca. 30 feet)