πεντηκοστολόγιον
πεντηκοστολόγιον, office of πεντηκοστολόγοι
πεντηκοστο-λόγιον, τό,
- office of πεντηκοστολόγοι, IG 11 (2). 154 A 38 (Delos, iii B. C.), Anon. ap. Suid.
πεντηκοστολόγιον, ου (τὸ) bureau du πεντηκοστολόγος, Poll. 9, 28.
πεντηκοστολόγιον, τό, das Zollhaus, wo die Abgabe des Fünfzigstels eingesammelt wird, Suid.