πεντήρης
πεντήρης, a quinquereme
πεντήρης (sc. ναῦς), ἡ,
- quinquereme, Plb. 8.4.2, al. (but f.l. for πεντετηρίς Hdt. 6.87); in full, ναῦς π. D.S. 2.5, 14.41: πεντηρικὰ πλοῖα, σκάφη, Plb. 1.59.8, 3.41.2, cf. D.S. 14.41.
πεντ·ήρης, ης, ες, à cinq rangs ; ἡ π. (s. e. ναῦς) Hdt. 6, 87 ; Pol. 8, 6, 2, vaisseau à cinq rangs de rames, quinquérème.
Étym. πέντε, ἐρέσσω.
πεντήρης, ες, fünfruderig, mit fünf Reihen Ruderbänken, vgl. τριήρης ; Her. 6.87 ; Pol. 8.6.2 ; DS. 20.49.
πεντήρης
- (sc. ναῦς) , a quinquereme, Hdt.:—so, πεντηρικὸν, πλοῖον, σκάφος Polyb.:—v. τριήρης.