πεπτήριος
πεπτήριος, able to digest, promoting digestion
πεπτήριος, α, ον, = πεπτικός, κοιλίη, σπλάγχνον, Aret. SD 2.7.
πεπτήριος, α, ον, qui aide à la digestion, Arét. Caus. m. diut. 2, 7.
Étym. πέπτω.
πεπτήριος, = πεπτικός, Aret.